Ξημέρωνε Δευτέρα. Αρχή της εβδομάδας. Άλλη μια δύσκολη εβδομάδα! Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο της Αρετής, όπως κάθε πρωί από τη μέρα που είχαν μετακομίσει σε αυτό το σπίτι. Οι φωτεινές ηλιαχτίδες χτυπούσαν πάνω στα μαλλιά της και τα έκαναν να λάμπουν έτσι όπως ήταν ριγμένα πάνω στο μαξιλάρι. Φαίνεται να είχε ωραία μέρα έξω. Τα πουλιά κελαηδούσαν και οι δρόμοι γέμιζαν με γέλια και χαμόγελα. 
Σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει το παράθυρο, για να μπει αέρας. Άρχισε να παρατηρεί όλα αυτά που της φαίνονταν ασήμαντα εδώ και μέρες. Δεν ένιωθε τίποτα εδώ και καιρό. Βλέπεις οι πρώτες μέρες στο καινούριο σχολείο δεν ήταν όπως τις φανταζόταν. Άκουγε συνέχεια σχόλια από τον καθένα, την έκριναν για την εμφάνισή της, για τον τρόπο που μιλούσε και συμπεριφερόταν. Την κατηγορούσαν για το οτιδήποτε. Για αυτούς ήταν μία ξένη!! Και ποιος δεν θα ένιωθε άσχημα; Ποιος δε θα ένιωθε κενός;  Μονολογούσε και έλεγε συνεχώς «θέλω να φύγω, θέλω να γυρίσω πίσω». Η μαμά της της έλεγε να κάνει υπομονή, να μην τους ακούει και να συγκεντρωθεί στα μαθήματά της, για να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Μα ποια όνειρα; Αυτά είχαν ήδη καταστραφεί!     
Πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε από το δωμάτιό της με ένα μεγάλο χαμόγελο. Δεν ήθελε να στεναχωρήσει άλλο τους γονείς της. Έφτιαξε να φάει κάτι πρόχειρο και έφυγε γρήγορα με τη δικαιολογία ότι δεν ήθελε να αργήσει. Παρόλα αυτά αποφάσισε να μην πάει τις πρώτες ώρες στο σχολείο. Είχε δώσει στον εαυτό της την πολυτέλεια να απολαύσει αυτήν την υπέροχη, φωτεινή μέρα. Θα πήγαινε στο πάρκο λίγα τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι της. Τίποτα διαφορετικό από ό,τι περίμενε, ένα ήσυχο, άδειο πάρκο. Αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν… ηρεμία. Ήταν  σχεδόν σίγουρη ότι δεν θα περάσει κανένας από εκεί. Έκατσε για λίγα λεπτά σε ένα παγκάκι με μόνη συντροφιά τη μουσική. Ήταν σχεδόν έτοιμη να ξεκινήσει το δρόμο της για το σχολείο, όταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έκατσε στο διπλανό παγκάκι και γύρω τους έτρεχε ένα αγοράκι. Δε θα ήταν μεγαλύτερο από έξι χρονών, γεμάτο ζωντάνια και ξεγνοιασιά. Το κοίταξε και χαμογέλασε πλατιά. Αποφάσισε να φύγει, ο χρόνος κυλούσε γρήγορα και, αν καθόταν και άλλο, δε θα προλάβαινε ούτε την τρίτη ώρα.
Στο δρόμο για το σχολείο μία ερώτηση ερχόταν συνεχώς στο μυαλό της: πότε ο άνθρωπος μπορεί να αποκαλέσει τον εαυτό του ευτυχισμένο; Και τι δεν θα έδινε να μπορούσε κάποιος να της απαντήσει! Ίσως αυτή να ήταν η λύση στα προβλήματά της. 
Μπήκε στο σχολείο έτοιμη να αντιμετωπίσει για ακόμα μία φορά «την κόλασή» της. Έκατσε στο τελευταίο θρανίο, ως συνήθως. Κανείς δεν της έδωσε σημασία, ως συνήθως. Όλοι μιλούσαν μεταξύ τους, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλο, αλλά ΑΥΤΗ ήταν σαν να μην υπήρχε!!! Ξαφνικά –από άμυνα;;- θυμήθηκε πώς είναι να μοιράζεσαι τη μέρα σου με έναν σημαντικό άνθρωπο. Ξαφνικά θυμήθηκε τον παλιό,  αγαπημένο της  φίλο. Το κουδούνι δυστυχώς την επανέφερε στην σκληρή πραγματικότητα. Οι ώρες πέρασαν χωρίς κανένα ενδιαφέρον, μια επαναλαμβανόμενη –τυπική διαδικασία. 
Βγήκε από το σχολείο και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Κοιτούσε γύρω της και δεν έβλεπε τίποτα άλλο παρά μόνο δρόμους γεμάτους με παρέες παιδιών να γελάνε. Ήταν ξεκάθαρο στα μάτια της Αρετής. Είναι ξεκάθαρο, όταν από τη ζωή σου λείπει η ευτυχία. Έβαλε μουσική στα ακουστικά και παρατηρούσε τον κόσμο σα να τον ζήλευε. Πέρασε έξω από ένα ανθοπωλείο και ο τόπος γέμισε με ωραίες μυρωδιές. Αυτό που της έκανε εντύπωση όμως ήταν ένας άστεγος ηλικιωμένος λίγο πιο πέρα. Τελείως αυθόρμητα η Αρετή άρπαξε ένα όμορφο λουλούδι και του το πρόσφερε με ένα πλατύ χαμόγελο. Δεύτερη φορά που χαμογελά πλατιά σήμερα-τι περίεργο!. Ένιωσε μια  ζεστασιά γύρω της. Τα μάτια εκείνου του ηλικιωμένου έλαμψαν ξανά μετά από καιρό. Όμως η Αρετή δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι είχε κάνει. Το λουλούδι αυτό δεν ήταν ένα απλό λουλούδι, αλλά μία ΠΡΑΞΗ ΑΓΑΠΗΣ. 
Συνέχισε τον δρόμο της, μέχρι που έφτασε στο σπίτι της. Μπήκε μέσα. Οι γονείς της έλειπαν. Άφησε την τσάντα και ήπιε ένα ποτήρι νερό για να ξεδιψάσει. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της. Παρατήρησε κάτι περίεργο. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο μαζί με έναν φάκελο πάνω στο γραφείο της. Το άνοιξε γρήγορα γεμάτη περιέργεια. Ήταν από τον παλιό, αγαπημένο της φίλο:

“Αγαπητή Αρετή, πάει καιρός από την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Αυτό δεν είναι ένα γράμμα για να δω τι κάνεις ή να μου πεις τα νέα σου όπως θα περίμενες. Αντιθέτως είναι ένα γράμμα, με το οποίο θέλω να σε ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΩ. Πριν λίγο καιρό, όπως θυμάσαι, είχα πάρει μία απόφαση: να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια! Να εγκαταλείψω τα όνειρά μου!  Χάρη σε εσένα όμως άλλαξα γνώμη. Μου έμαθες πώς είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι, πώς είναι να νιώθεις αποδεκτός και ευπρόσδεκτος. Μου έδειξες τον δρόμο για να παλέψω για τα όνειρά μου, ακόμα και αν ο κόσμος δεν τα εγκρίνει. Μου έμαθες να ΖΩ. Σου γράφω λοιπόν, για να σου υπενθυμίσω πόσο ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ μπορείς να γίνεις σε έναν άνθρωπο. Σε ευχαριστώ”.

Ξαφνικά ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της- το τρίτο την ημέρα αυτή-, ένιωσε ξανά εκείνη την ζεστασιά, όταν βρέθηκε κοντά στον ηλικιωμένο άστεγο. Τώρα πια άρχισε να καταλαβαίνει. Εκείνη τη στιγμή η ζωή της απέκτησε νόημα. Τώρα έχει την απάντηση στην ερώτησή της:

«Ένας άνθρωπος μπορεί να αποκαλέσει τον εαυτό του ευτυχισμένο, όταν  κοιτάζει λίγο πιο βαθιά τον κόσμο. Όταν καθημερινά βρίσκει λόγους για να ΖΕΙ και να ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ. Από την αρχή της ημέρας μέχρι και το τέλος της.  
24 ολόκληρες ώρες! Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.» 

Ζερβανταρίδου Κωνσταντίνα