ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
Ανήμερα της Παναγιάς. Έτος 1926. Το χωριό είναι κατάμεστο από πιστούς κοντοχωριανούς, που έρχονται να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Μετά την Καταστροφή, την είχαν μεταφέρει οι πρόσφυγες από την Σηλυβρία και οι γυναίκες του χωριού την ανθοστόλιζαν κάθε χρόνο και την ετοίμαζαν για τη λιτανεία.
Ετοιμάστηκα και εγώ με το γιόκα μου να πάμε στον Εσπερινό. Του είχα φορέσει τα καλά του ρούχα, που με κόπο και μεράκι του είχα ράψει για τον Αγιασμό στο σχολείο. Φόρεσα τη μαύρη μου μαντίλα και τον πήρα από το χέρι. Στο χωριό δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις με κανέναν. Με χαρακτήριζαν πάντα ως «την καημένη που την παράτησε ο αρραβωνιαστικός της» και το γιο μου ως «το ξώγαμο». Η αγάπη μας όμως υπέμενε όλα τα σχόλια και φρόντιζα με πολλές στερήσεις και σκληρή δουλειά να μη του λείπει τίποτα.
Φτάνοντας στην εκκλησία, μας περίμενε φρέσκος ευωδιαστός χαλβάς, όπως ήταν το έθιμο, και οι άντρες του χωριού ετοίμαζαν τα όργανα για το βράδυ. Έδωσα ένα κεράκι στον μικρό Φίλιππο για να το ανάψει, όταν ξαφνικά ένιωσα ένα απειλητικό χέρι στον ώμο μου. Γύρισα. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ήταν η αδερφή του Σταύρου, η Φρόσω –αυτό ήταν το όνομά της, προτού γίνει καλόγρια. Οι γονείς της, πριν πεθάνουν, την έκλεισαν στο μοναστήρι, καθώς ήταν «ολίγον αλαφροΐσκιωτη», όπως έλεγαν όλοι, και δεν μπορούσαν να την παντρέψουν.
-Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Μη μου πεις … αυτός ο λεβέντης είναι ο ανιψιός μου; Ίδιος ο αδερφός μου. Φτου, να μη σε βασκάνω, αγόρι μου.
Τον σφιχταγκάλιασε τόσο που ο μικρός τρόμαξε και κρύφτηκε πίσω μου.
-Φρόσω, τι γυρεύεις εδώ; ρώτησα σαστισμένη.
-Ήρθα για τη λιτανεία. Εσύ, για πες μου, πώς είσαι; Νόμιζα πως είχατε εγκαταλείψει το χωριό. Ξέρεις, τις προάλλες αλληλογράφησα με τον αδερφό μου και…
Αμέσως ένιωσα ένα σκίρτημα στην καρδιά μου. Δε θέλησα να ακούσω περισσότερα.
-Φρόσω, λυπάμαι, μα πρέπει να πηγαίνουμε…
Άρπαξα το χέρι του Φίλιππου και έτρεχα σα λυσσασμένη στους δρόμους προσπαθώντας να αποφύγω την καταιγίδα ερωτήσεων που με περίμενε από το γιο μου. Όχι, όχι δεν μπορεί να είναι αλήθεια, σκεφτόμουν όλο το βράδυ. Αυτός ο άντρας είχε πεθάνει για μένα 10 χρόνια πριν και τον είχα θάψει βαθιά μέσα μου. Έπειτα, δεν είχα κανένα σημάδι του!
Σταμάτησα να ταλανίζω το κεφάλι μου με άσκοπα ερωτήματα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου και κατευθύνθηκα προς την πόρτα…
ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ