ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΥΛΑ

Όταν άνοιξα, είδα έκπληκτη πως στο κατώφλι ήταν μόνο ο Φίλιππος με την Κάρλι, που μου φάνηκε λιγάκι σκυθρωπή και λυπημένη. Η εξήγηση δόθηκε αμέσως. Ο Φίλιππος με ενημέρωσε πως οι γονείς της Κάρλι δεν κατάφεραν να έρθουν, γιατί αρρώστησε ξαφνικά ο πατέρας της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι ο Θεός μου ανταποδίδει την αέναη ευσέβειά μου. Η πρόσκαιρη ανακούφιση όμως που αισθάνθηκα έδωσε γρήγορα τη θέση της στον βασανιστικό συλλογισμό των προηγούμενων ημερών. Ανέμενα πως και πως αυτή τη στιγμή, για να μάθω επιτέλους την αλήθεια…

   Καθίσαμε στο τραπέζι και αρχίσαμε να τρώμε. Στην αρχή συζητούσαμε για διάφορα θέματα, ώσπου ξαφνικά αποφάσισα να ρωτήσω την Κάρλι για τον πατέρα της. Έπρεπε επιτέλους να μάθω…

   Όλα έδειχναν ότι ήταν ο ίδιος εκείνος άντρας που με είχε παρατήσει μόνη με ένα μωρό στην κοιλιά. Πόσο μελιστάλακτα, με πόση αγάπη, θαυμασμό και τρυφερότητα μιλούσε γι’ αυτόν! Και όσο η Κάρλι περιέγραφε χρόνια μεστά από οικογενειακή ευτυχία, εγώ αναλογιζόμουν πως δεν μπόρεσα να προσφέρω τα ίδια στο γιο μου! Αγωνιζόμουν μέρα και νύχτα, μια γυναίκα μόνη και απροστάτευτη, να του ικανοποιήσω όλες τις ανάγκες, προσπαθώντας να ανταποκριθώ – όσο αυτό ήταν εφικτό- στο διπλό ρόλο, της μάνας και του πατέρα. Ανάμεικτα συναισθήματα με κατέκλυσαν. Από τη μια, ένιωθα χαρούμενη, γιατί ο Σταύρος αποδείχθηκε ότι ήταν πράγματι αυτός που νόμιζα, ένας καλός και τρυφερός άνθρωπος και πατέρας⋅ από την άλλη, όμως, ένιωθα προδομένη, γιατί ο άντρας αυτός που αγάπησα τόσο, μου φέρθηκε δειλά εγκαταλείποντάς με. Και αν ο Σταύρος είναι ο πατέρας της, άρα … η Κάρλι και ο Φίλιππος είναι αδέλφια;;;

   Έξαφνα, αναδύθηκα από τον βυθό των σκέψεών μου, όταν άκουσα την Κάρλι να λέει πως κάθε καλοκαίρι ερχόταν με την οικογένειά της στην Ελλάδα. Ο πατέρας της λάτρευε τη γενέτειρά του και επέμενε να περνούν τις διακοπές τους στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, τη Μονεμβασιά. Εκείνη τη στιγμή τα έχασα. Της ζήτησα να επαναλάβει το μέρος, να είμαι σίγουρη πως άκουσα σωστά, πως δεν κάνω λάθος. «Μονεμβασιά … Μονεμβασιά», είπα από μέσα μου. Ένιωσα ανακούφιση και δικαίωση μαζί! Τελικά είχα δίκιο. Ο Σταύρος μου δεν με παράτησε για καμία άλλη, δεν με έθαψε στη λησμονιά! Ευτυχώς, δεν είναι ο πατέρας της Κάρλι! Τότε αποφάσισα να μιλήσω για πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια, στον Φίλιππο για τον πατέρα του.

   Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Σταύρος Κουγιουμτζής ήταν το όνομά του, από την Κογκά, ένα χωριό κοντά στην Τραπεζούντα. Όμορφος, έξυπνος, καλόκαρδος και πολύ περήφανος για την ποντιακή καταγωγή του. Πάντα μου μιλούσε με θαυμασμό, ατέρμονη αγάπη και νοσταλγία για το χωριό του. Το γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή⋅ κάθε γειτονιά, κάθε σπίτι, κάθε δρόμος του ήταν γνωστά. Πλούσιο χωριό ήταν η Κογκά με ανθρώπους νοικοκύρηδες, ήσυχους, ενωμένους σαν μια γροθιά απέναντι στις δυσκολίες που βίωναν συνεχώς από τους Τούρκους. Η βαναυσότητα των τελευταίων ήταν απερίγραπτη, η οργή και το μίσος τους για τους Έλληνες μεγάλη. Έτσι, πολλοί από αυτούς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Ένας από αυτούς ήταν και ο πατέρας του Σταύρου, ο οποίος το 1914 κατά τον πρώτο διωγμό πήρε την οικογένειά του και ό, τι μπορούσε να μεταφέρει από την περιουσία του και ήρθε στην μητέρα Ελλάδα. Σε ένα χωριό, λίγο έξω από την Καβάλα, ξαναέχτισε τη ζωή του…

   Από τέτοιες δυναμικές καταβολές προερχόταν ο πατέρας του Φίλιππου και όφειλα νωρίτερα να του έχω μιλήσει γι’ αυτές. Δυστυχώς, δε μου το επέτρεψαν οι συγκυρίες. Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια το Φίλιππο. Ένα ρίγος ανακούφισης με διαπέρασε και το ίδιο αισθάνθηκα ότι ένιωσε και αυτός. Τώρα πια ήξερε…

   Συνεχίσαμε με το γλύκισμα που μοσχοβολούσε…

ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΥΛΑ