ΠΟΥΤΟΓΛΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ
Ωστόσο, γρήγορα άφησε στην άκρη την ανησυχία της.
-Καλώς ήρθες, κορίτσι μου, μεγάλη μου χαρά που σε γνωρίζω!
-Καλώς σας βρήκα! Και εγώ είμαι πολύ χαρούμενη που σας γνωρίζω!
Η Αρετή χαμογέλασε, αλλά μέσα της ένιωθε ακόμα περίεργα.
-Περάστε στο τραπέζι, παιδιά μου! Όλα είναι έτοιμα, είπε η Αρετή.
Έκατσαν και άρχισαν να τρώνε.
-Το φαγητό σας είναι υπέροχο! Μου λείπουν τόσο οι ελληνικές γεύσεις που έχω μάθει από τον πατέρα μου! Σίγουρα το φαγητό σας θα του άρεσε πολύ…
-Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό! Να μια καλή ευκαιρία να γνωρίσω τους γονείς σου. Θα τους καλέσω για φαγητό. Πες μου κάτι γι’ αυτούς…
-Καταπληκτική ιδέα!! Ο μπαμπάς μου, Σταύρος ονομάζεται, θα χαρεί πολύ να έρθει στην Ελλάδα. Ξέρετε, ζούσε εδώ, είχε πάει μάλιστα στο στρατό, αλλά μετά ήρθε στην Γερμανία, ερωτεύτηκε τη μητέρα μου και τελικά αποφάσισαν να μείνουν εκεί.
Πάλι αυτό το περίεργο ρίγος διαπέρασε το κορμί της και η ανησυχία άρχισε να μεγαλώνει. Γιατί άραγε; Η μνήμη του νεαρού που την παράτησε επέστρεψε στο μυαλό της.
-Πες μου περισσότερα για την οικογένειά σου, συνέχισε γεμάτη αγωνία η Αρετή.
-Είμαστε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια. Μια τέτοια ελπίζω να κάνω και εγώ με τον Φίλιππο. Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό; Ο Φίλιππος δεν μου έχει μιλήσει ποτέ για τον πατέρα του. Θα ήταν αδιάκριτο να ρωτήσω εσάς;
Η Αρετή πάγωσε. Ήταν αλήθεια πως ο γιος της δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν. Μόνο μια φορά, όταν ήταν 10 χρονών, η Αρετή αναγκάστηκε να του πει ότι πέθανε στον πόλεμο. Από εκεί και πέρα δεν έγινε άλλη συζήτηση…
-Έχει πεθάνει!, απάντησε η Αρετή. Ο τρόπος της έδειξε ότι δεν ήθελε να πει περισσότερα.
Κανόνισαν να την επισκεφτούν ξανά μετά από λίγες μέρες, όταν θα έρχονταν οι γονείς της Κάρλι. Η Αρετή άρχισε να βουλιάζει στις σκέψεις της. Ετοιμάστηκε για ύπνο, αλλά η εικόνα του Σταύρου στριφογύριζε στο μυαλό της. Τα λόγια της κοπέλας ηχούσαν σαν καμπάνες στο κεφάλι της. Τέτοια σύμπτωση;; Να λένε τον πατέρα της Σταύρο και να έφυγε στην Γερμανία;;
Οι μέρες περνούσαν. Η Αρετή δούλευε περισσότερες ώρες για να μαζέψει χρήματα και να περιποιηθεί τους καλεσμένους της. Πλησίαζε η μέρα της συνάντησης. Καθάρισε όλο το σπίτι, ετοίμασε τα φαγητά, φόρεσε τα καλά της και περίμενε. Το σπίτι μοσχοβολούσε. Ο μπακλαβάς στην καλή της πιατέλα κατείχε περίοπτη θέση στο τραπεζάκι, αφού ήταν το αγαπημένο γλυκό του γιου της … και όχι μόνο… ήταν το αγαπημένο γλυκό και του Σταύρου. Μια θλίψη την έπιασε πάλι. Γρήγορα όμως την έδιωξε μακριά, καθώς άκουσε ομιλίες έξω από την πόρτα της.
Είχαν έρθει…
ΠΟΥΤΟΓΛΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ