ΒΟΓΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Πιάνω πάλι το μολύβι και το χαρτί…
Τώρα τελευταία νιώθω πιο έντονη την ανάγκη να γράψω, να γράψω γι’ αυτό το φαρμάκι που χύνεται στην ψυχή μου και μου τρώει ένα – ένα τα σωθικά. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια, λέω συνεχώς στον εαυτό μου. Μονάχα ένας διεστραμμένος νους θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο… Αχ, το παιδί μου, ο λεβέντης μου να τον βρει τέτοια συμφορά! Οι μνήμες έρχονται αβίαστα, τότε που άρχισε όλο αυτό το μαρτύριο.
Ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή… Η ιστορία μιας άτυχης κοπέλας: της Αρετής – που μόνο αρετές δεν είχε στη ζωή της.
Καλοκαίρι του 1916 με τα γεγονότα του πολέμου να διαδέχονται το ένα το άλλο. Εκείνη, ορφανή κοπέλα, νέα – είχε όλη τη ζωή μπροστά της – αρραβωνιασμένη με τον Σταύρο, παλικάρι σωστό, ζούσαν με το φόβο των εχθροπραξιών, όπως και οι περισσότεροι συγχωριανοί τους. Το χωριό τους, κοντά στην πόλη της Καβάλας, εδώ και καιρό δεν γνώριζε ησυχία. Ο Σταύρος ήταν φαντάρος και βρισκόταν μακριά. Η νεαρή ένιωσε τη μητρότητα, αλλά είχε μείνει μόνη. Περίμενε με λαχτάρα τον αρραβωνιαστικό της να του πει τα χαρμόσυνα νέα. Αποφάσισε να του γράψει, να του πει πως θα γινόταν πατέρας, να αφήσει τον πόλεμο και να έρθει κοντά της. Έμελλε όμως να το μετανιώσει.
Δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να πλησιάσει τον γραμματικό του χωριού⋅ κρύβοντας την ντροπή της, τον ρώτησε αν μπορούσε να τη βοηθήσει. Εκείνος δέχτηκε και έγραψε το γράμμα. Η Αρετή περίμενε γεμάτη αγωνία.
-Αρετή, άκουσε την φωνή του γραμματικού να την φωνάζει μια μέρα, ήρθε το γράμμα σου!
Γεμάτη από χαρά και καρδιοχτύπι παράτησε τη δουλειά της στον αργαλειό και έτρεξε.
-Πες μου, κυρ Ανέστη μου, μη μ’ αφήνεις σε αγωνία, τι γράφει;!
Ο γραμματικός άνοιξε το γράμμα και άρχισε να το διαβάζει, μα το ύφος του σοβάρεψε μονομιάς.
-Τι, τι λέει; δεν καταλαβαίνω, απόρησε η Αρετή.
-Ξέρεις, Αρετή, ο Σταύρος δεν μπορεί να γυρίσει γιατί … γιατί φεύγει για την Γερμανία μαζί με άλλους Έλληνες φαντάρους. Θα τους μεταφέρουν στο Γκαίρλιτς…
Τα υπόλοιπα η κοπέλα δεν τα άκουσε. Δεν ήθελε.
Και έτσι πέρασαν εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, με την Αρετή να προσπαθεί να θρέψει ένα εξώγαμο παιδί, ανύπαντρη, μοναχή και φυσικά δακτυλοδεικτούμενη.
Δεν την πείραζε που ξενοδούλευε ή που ζητιάνευε για να μεγαλώσει το γιο της. Όχι, την έτρωγε το μίσος, ο θυμός προς αυτόν που την παράτησε στα κρύα του λουτρού, χωρίς να ξέρει το λόγο.
Όταν κατάφερε να ορθοποδήσει, της ήρθε το πρώτο χτύπημα.
Μια μέρα – μια από τις συνηθισμένες και βαρετές μέρες– ο γιος της, ο Φίλιππος, κατέφθασε σπίτι κατενθουσιασμένος και της ανακοίνωσε:
-Μητέρα, παντρεύομαι. Είναι καλή και όμορφη, μητέρα, και μ’ αγαπάει!
Η μητέρα, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να κάνει όνειρα ότι θα κρατήσει στα γόνατά της εγγόνια, ότι ίσως θα βρει λίγη ευτυχία.
Ετοίμασε το σπιτάκι της, το καθάρισε και περίμενε την κοπελίτσα με τον λεβέντη της. Τι χαρά, τι καμάρι ένιωσε, όταν τους είδε να κρατιούνται χέρι – χέρι! Ψηλή, ξανθιά, γύρω στα είκοσι με μια περίεργη προφορά.
-Μάνα, να σου γνωρίσω την Κάρλι! Η μητέρα της είναι Γερμανίδα, αλλά ο πατέρας της είναι Έλληνας.
Χωρίς να ξέρει το λόγο, ένα ρίγος διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της και αισθάνθηκε μια αδιόρατη ταραχή.

ΒΟΓΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ