Γκαίρλιτς: ένα όνομα, ένας τόπος,
πολλές ιστορίες παθών και λαθών
Μεσούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) ξέσπασε στην Ελλάδα ο «Εθνικός Διχασμός», η σύγκρουση δηλαδή του Βασιλιά Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Αφορμή στάθηκε η συμμετοχή ή μη της Ελλάδας στον Πόλεμο (τα αίτια βέβαια ήταν βαθύτερα). Ο μεν Βενιζέλος επιθυμούσε την άμεση συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Ο δε Κωνσταντίνος, αν και φιλικά διακείμενος προς τη Γερμανία, δεν μπορούσε να ζητήσει την προσχώρηση της Ελλάδας στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων εξαιτίας της δεδομένης κυριαρχίας της Αγγλίας στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Αναπόφευκτα, λοιπόν, έλαβε θέση υπέρ της «ουδετερότητας» της χώρας και υπήρξε εμμονικός ως προς αυτήν.
Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1916 ο «Εθνικός διχασμός» είχε επέλθει οριστικά. Η χώρα είχε διασπαστεί σε δύο κράτη:των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Από τη μια μεριά η Βασιλική Κυβέρνηση των Αθηνών και από την άλλη η Επαναστατική Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, η οποία προήλθε από το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης», που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 16 – 17 Αυγούστου.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, τέλη Αυγούστου του 1916, εξαιτίας των αφόρητων πιέσεων των δύο εμπόλεμων πλευρών και της ρητής απαγόρευσης του Βασιλιά Κωνσταντίνου για οποιαδήποτε ένοπλη αντίσταση, περίπου 7.000 στρατιώτες του Δ΄ Σώματος Στρατού με διοικητή τον συνταγματάρχη Ιωάννη Χατζόπουλο, αναγκάστηκαν να παραδοθούν στους Γερμανούς. Η Γερμανία προβλήθηκε κατ’ ευφημισμόν ως «τόπος φιλοξενίας». Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ιδιότυπη αιχμαλωσία των Ελλήνων στρατιωτών, καθώς κανένας από αυτούς δεν είχε το δικαίωμα κατά τη διάρκεια του πολέμου να εγκαταλείψει το στρατόπεδο. Αυτή η αιχμαλωσία ή «φιλοξενία» του ελληνικού στρατού στη Γερμανία, έχει καταχωρηθεί στην ελληνική ιστορία ως «Υπόθεση Γκαίρλιτς», μια υπόθεση της οποίας η έκταση και οι προεκτάσεις τα τελευταία μόλις χρόνια αρχίζουν να γίνονται γνωστές στο ευρύτερο κοινό.
Συνθήκες κράτησης ή «φιλοξενίας»:
Οι λίγοι φιλοβασιλικοί και φιλογερμανοί Έλληνες αξιωματικοί ήταν οι μόνοι που απολάμβαναν συγκεκριμένων προνομίων εντός του στρατοπέδου. Οι περισσότεροι πάντως Έλληνες στρατιώτες υπέφεραν από το αφόρητο κρύο, το λιγοστό φαγητό, τις πολλές στερήσεις. Ως αποτέλεσμα, έχασαν τη ζωή τους 400 περίπου άτομα, τα περισσότερα από φυματίωση.
Παρόλα αυτά, ακόμη και μέσα σε αυτές τις τόσο δύσκολες συνθήκες, πολλοί Έλληνες αιχμάλωτοι δραστηριοποιήθηκαν καλλιτεχνικά και πνευματικά. Ανάμεσα τους και ο θεατρικός συγγραφέας Βασίλης Ρώτας. Μάλιστα, πολλοί Γερμανοί διανοούμενοι φιλέλληνες επισκέπτονταν συχνά το στρατόπεδο, προκειμένου να πραγματοποιήσουν συνεντεύξεις, μελέτες, έρευνες και ηχογραφήσεις: μεταξύ αυτών η πρώτη καταγραφή μπουζουκιού παγκοσμίως.
Με την πάροδο του χρόνου, όπως συμβαίνει πάντοτε, Έλληνες και Γερμανοί γνωρίστηκαν καλύτερα. Προέκυψαν σχέσεις, αρραβώνες και γάμοι, γεγονός που προκάλεσε μεγάλες αντιζηλίες ακόμα και συγκρούσεις. Τα παιδιά που προέκυπταν από αυτές τις σχέσεις ονομάζονταν «μικρές σταφίδες».
Με το τέλος του πολέμου…
Κάποιοι επέστρεψαν στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς οι περιπέτειές τους δε σταμάτησαν. Οι βενιζελικοί άσκησαν διώξεις εναντίον τους προσάπτοντάς τους άδικα την κατηγορία της προδοσίας. Σε ορισμένους μάλιστα αξιωματικούς επιβλήθηκε η ποινή της θανατικής καταδίκης, η οποία όμως δεν εκτελέστηκε.
Κάποιοι άλλοι, ωστόσο, παρέμειναν στη Γερμανία…
Υ.Γ. Το Γκαίρλιτς, κατά μία παράδοξη ιστορική σύμπτωση, συνδέθηκε ΞΑΝΑ με την ελληνική ιστορία. Το 1949, με το τέλος του Εμφυλίου πολέμου, 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες κατέφυγαν στην ίδια ακριβώς πόλη, η οποία όμως ήδη από το 1945 είχε διχοτομηθεί: το δυτικό τμήμα της παρέμενε στη Γερμανία, ενώ το ανατολικό παραχωρήθηκε στην Πολωνία…
Μήπως, λοιπόν, είχε δίκιο ο Καρλ Μαρξ, όταν έλεγε πως
«η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα»;;