Ο Παράδεισος που χάθηκε…

100 χρόνια πριν!

Αύγουστος 1922: καταρρέει το μικρασιατικό μέτωπο. Ο ηττημένος ελληνικός στρατός αναγκάζεται να υποχωρήσει και να αποχωρήσει από τη Μικρά Ασία. Μαζί του χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες  εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και προσπαθούν να σωθούν. Πολλοί από αυτούς καταφεύγουν στη Σμύρνη, το «μαργαριτάρι της Ανατολής».  Ο τουρκικός στρατός-τακτικός και άτακτος= οι περίφημοι Τσέτες- τους ακολουθούν κατά πόδας.

9 Σεπτεμβρίου: το τουρκικό ιππικό μπαίνει στη Σμύρνη. Διάχυτος  είναι ο φόβος ότι οι Τούρκοι θα ξεσπάσουν με παράφορο μένος στους κατοίκους της Σμύρνης , οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι Έλληνες. Πάντως όσα ακολουθούν υπερβαίνουν ακόμη και την πιο δυσοίωνη πρόβλεψη.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου, λίγο μετά το μεσημέρι: στην αρμενική συνοικία της πόλης ξεσπά φωτιά. Μέχρι το απόγευμα η φωτιά ενισχυμένη από τον ισχυρό άνεμο, φτάνει στο λιμάνι.Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου: ολόκληρη η πόλη φλέγεται. Περισσότεροι από μισό εκατομμύριο άνθρωποι παγιδεύονται στην προκυμαία ανάμεσα στη φωτιά και στη θάλασσα. Μέχρι το απόγευμα η πύρινη κόλαση έχει καταστρέψει τα πάντα στο πέρασμά της.

  Τι ακολούθησε; Η υπογραφή της Σύμβασης της Λωζάννης που όριζε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Περίπου 1.100.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και ήρθαν στην μητέρα Ελλάδα. Ένας άλλος Γολγοθάς μόλις άρχιζε!!       

  Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1998 η Ελληνική Βουλή με ομόφωνη απόφασή της καθιέρωσε την 14η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό κράτος. [Σημείωση: σε περίπτωση που η ημερομηνία δεν συμπίπτει με την ημέρα της Κυριακής, ο εορτασμός γίνεται την πρώτη Κυριακή μετά την 14η Σεπτεμβρίου.]

Απόσπασμα από το βιβλίο της Δ.Σωτηρίου

“Ματωμένα Χώματα”

«Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το να με τ’ άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο αρχίνησε να τρέχει απ’ όλα τα στενοσόκακα και τους βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σα μαύρο ποτάμι.

– Σφαγή! Σφαγή!

– Παναγιά, βοήθα!

– Προφτάστε!

– Σώστε μας!

Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.

– Τούρκοι!

– Τσέτες!

– Μας σφάζουνε!

– Έλεος!

Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σα να ναι μώλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χατζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!

– Βουρ κεραταλάρ! (Χτυπάτε τους τους κερατάδες!).

Το βράδι το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν σπάζουνε τα πάντα, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τους τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Αγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε.

Απ’ τον Αη Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει. Η φωτιά όλη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Γκρεμίζονται τοίχοι, θριματίζονται γυαλιά. Οι φλόγες κριτσανίζουνε μαδέρια, έπιπλα και φτούνε σιδερικά, ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολόκληρη. Απλώνουν πάνω στα έργα των ανθρώπων και τα διαλύουνε. Σπίτια, εργοστάσια, σχολειά, εκκλησίες, μουσεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, δημιουργίες αιώνων, εξαφανίζονται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.

Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας!                  Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει που να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλύτης άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. ’νοιξε τα σκέλια σου! Και τ’ ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις.